Μόλις το ένα τέταρτο των ζημιών από φυσικές καταστροφές στην Ευρώπη καλύπτεται σήμερα από ασφάλιση. Καθώς όμως πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασίες και ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα και ακριβότερα, το υπόλοιπο 75% καταλήγει στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις και, τελικά, στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η Ευρώπη αναζητά πλέον ένα νέο μοντέλο συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα – και η συζήτηση αφορά άμεσα και την Ελλάδα.
Η κλιματική αλλαγή αρχίζει να μεταβάλλει μία από τις βασικότερες ισορροπίες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε επί δεκαετίες η ασφαλιστική αγορά: ποιοι κίνδυνοι μπορούν να ασφαλιστούν, σε ποια τιμή και μέχρι ποιο ύψος ζημιών. Σε πρόσφατη ομιλία της, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen έθεσε την κλιματική ανθεκτικότητα μεταξύ των βασικών ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, καθώς η ΕΕ προετοιμάζει νέα μέτρα για την αντιμετώπιση πυρκαγιών, ακραίας ζέστης, λειψυδρίας και άλλων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής. Πίσω όμως από τη συζήτηση για την προσαρμογή υπάρχει ένα τεράστιο οικονομικό πρόβλημα: ποιος θα πληρώνει τις ολοένα μεγαλύτερες ζημιές;
Το 75% των ζημιών παραμένει ανασφάλιστο
Τα στοιχεία της EIOPA είναι αποκαλυπτικά. Ιστορικά, μόνο περίπου το 25% των οικονομικών ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα και φυσικές καταστροφές στην Ευρώπη ήταν ασφαλισμένο. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο από 5%. Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά η κλιματική αλλαγή το κάνει πολύ μεγαλύτερο.
Από το 1981 έως το 2023, οι φυσικές καταστροφές προκάλεσαν περίπου 900 δισ. ευρώ άμεσων οικονομικών ζημιών στην ΕΕ, ενώ το ένα πέμπτο αυτών των ζημιών σημειώθηκε μόνο μέσα στα τελευταία τρία χρόνια της συγκεκριμένης περιόδου. Η Ευρώπη, μάλιστα, θερμαίνεται περίπου δύο φορές ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασίες και ακραίες θερμοκρασίες δημιουργούν έτσι ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο κινδύνου, στο οποίο τα δεδομένα του παρελθόντος δεν αρκούν πλέον για να προβλέψουν με την ίδια αξιοπιστία τις ζημιές του μέλλοντος.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ασφαλιστικό πρόβλημα. Όσο οι ζημιές αυξάνονται, τόσο αυξάνεται και το κόστος κάλυψης. Σε περιοχές πολύ υψηλού κινδύνου, η ασφάλιση μπορεί σταδιακά να γίνει τόσο ακριβή ώστε ένα μέρος των πολιτών να μην μπορεί να την αγοράσει – ή ακόμη και να περιοριστεί η προσφορά κάλυψης από τις ίδιες τις ασφαλιστικές εταιρείες. Η EIOPA έχει ήδη προειδοποιήσει ότι σε περιοχές υψηλού κινδύνου η ασφαλιστική κάλυψη μπορεί στο μέλλον να καταστεί δυσκολότερα διαθέσιμη, καθώς οι εταιρείες αυξάνουν τιμές, περιορίζουν καλύψεις ή εξαιρούν συγκεκριμένους κινδύνους.
Όταν το κράτος γίνεται η “έσχατη λύση” ασφάλισης
Το protection gap δεν αποτελεί συνεπώς πρόβλημα μόνο της ασφαλιστικής βιομηχανίας. Όταν ένα σπίτι, μία επιχείρηση ή μία αγροτική εγκατάσταση καταστρέφεται και δεν είναι ασφαλισμένη, η οικονομική ζημιά δεν εξαφανίζεται. Κάποιος πρέπει να την απορροφήσει.νΣυχνά αυτός ο «κάποιος» είναι το κράτος.νΜετά από μία μεγάλη φυσική καταστροφή οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν αποζημιώσεις, αποκατάσταση υποδομών και μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Παράλληλα, η οικονομική δραστηριότητα στις πληγείσες περιοχές μειώνεται και μαζί της περιορίζονται τα δημόσια έσοδα.
Γι’ αυτό η EIOPA χαρακτηρίζει ουσιαστικά το κράτος ως «insurer of last resort», τον ασφαλιστή τελευταίας λύσης. Όσο όμως τα ακραία φαινόμενα γίνονται συχνότερα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται το μοντέλο αυτό για τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Το νέο ευρωπαϊκό μοντέλο
Η κατεύθυνση που εξετάζεται στην Ευρώπη είναι επομένως η δημιουργία ενός συστήματος πολλαπλών επιπέδων προστασίας, όπου το βάρος δεν θα πέφτει αποκλειστικά ούτε στις ασφαλιστικές εταιρείες ούτε στα κράτη. Η EIOPA και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν ήδη προτείνει ένα μοντέλο δύο πυλώνων. Ο πρώτος είναι ένα ευρωπαϊκό σχήμα δημόσιας-ιδιωτικής αντασφάλισης, μέσω του οποίου θα μπορούσαν να συγκεντρώνονται και να μοιράζονται οι πολύ μεγάλοι κίνδυνοι φυσικών καταστροφών μεταξύ χωρών και ασφαλιστικών αγορών.
Ο δεύτερος είναι ένα ευρωπαϊκό ταμείο καταστροφών, το οποίο θα ενίσχυε τη δημόσια διαχείριση των φυσικών καταστροφών και θα συνέδεε περισσότερο την οικονομική προστασία με την πρόληψη και την προσαρμογή. Η λογική είναι απλή: υπάρχουν καταστροφές τόσο μεγάλες, τόσο συσχετισμένες και τόσο εκτεταμένες ώστε η ιδιωτική ασφαλιστική αγορά δεν μπορεί να τις αναλάβει μόνη της σε προσιτό κόστος.
Που βρίσκεται η χώρα μας
Για την Ελλάδα η συζήτηση κάθε άλλο παρά θεωρητική είναι. Πυρκαγιές και πλημμύρες των τελευταίων ετών έχουν δείξει πόσο γρήγορα μία φυσική καταστροφή μπορεί να μετατραπεί σε δημοσιονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.
Η χώρα έχει ήδη αρχίσει να κινείται προς μεγαλύτερη συμμετοχή της ιδιωτικής ασφάλισης. Από την 1η Ιουνίου 2025 τέθηκε σε ισχύ η υποχρεωτική ασφάλιση επιχειρήσεων που εμπίπτουν στο σχετικό νομοθετικό πλαίσιο έναντι δασικής πυρκαγιάς, πλημμύρας και σεισμού, με ασφαλισμένη αξία τουλάχιστον στο 70% του ενεργητικού που προβλέπει ο νόμος. Όμως το μεγάλο στοίχημα παραμένει η πολύ ευρύτερη ασφαλιστική προστασία της περιουσίας.
Και εδώ υπάρχει μία σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας. Η συζήτηση στην Ευρώπη δεν αφορά πλέον μόνο το πώς θα αποζημιωθεί μία καταστροφή αφού συμβεί. Αφορά όλο και περισσότερο το πώς θα μειωθεί η ζημιά πριν συμβεί: Αντιπλημμυρικά έργα, αντιπυρικές ζώνες, καλύτερος πολεοδομικός σχεδιασμός, ανθεκτικότερα κτίρια και οικονομικά κίνητρα προς τους ασφαλισμένους μπορούν να μειώσουν τον ίδιο τον κίνδυνο και επομένως να βοηθήσουν ώστε η ασφάλιση να παραμείνει διαθέσιμη και οικονομικά προσιτή.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα των επόμενων ετών δεν θα είναι απλώς εάν οι Ευρωπαίοι ασφαλίζουν αρκετά τα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους. Θα είναι εάν, σε έναν κόσμο συχνότερων και ακριβότερων φυσικών καταστροφών, η Ευρώπη μπορεί να δημιουργήσει ένα σύστημα στο οποίο οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι θα παραμένουν ασφαλίσιμοι. Και αυτό ίσως αποδειχθεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις – αλλά και μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες – για την ασφαλιστική αγορά της επόμενης δεκαετίας!




No comment yet, add your voice below!