Γράφει η Κατερίνα Πετρίδη
Καθώς το δημογραφικό πρόβλημα επιδεινώνεται και η Ευρώπη γερνάει με ταχείς ρυθμούς, η μακροχρόνια φροντίδα (long-term care) βρίσκεται όλο και πιο συχνά στο επίκεντρο των συζητήσεων. Η μακροχρόνια φροντίδα περιλαμβάνει μία σειρά από υπηρεσίες που καλύπτουν τις ανάγκες ενός ανθρώπου όταν δεν μπορεί πια να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του. Οι περισσότεροι από εμάς θα χρειαστούμε μακροχρόνια φροντίδα κάποια στιγμή στη ζωή μας, αλλά είναι δύσκολο να προβλέψουμε πόση ή τι είδους φροντίδα μπορεί να χρειαστούμε. Η ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα μπορεί να προκύψει ξαφνικά, π.χ. μετά από ένα εγκεφαλικό ή ένα έμφραγμα, αλλά συνήθως εμφανίζεται σταδιακά, καθώς γερνάμε και οι σωματικές μας δυνάμεις μας εγκαταλείπουν ή η κατάσταση της υγείας μας επιδεινώνεται ή μειώνεται η πνευματική μας διαύγεια.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας 142 εκατομμύρια άνθρωποι μεγάλης ηλικίας παγκοσμίως δεν είναι σε θέση να φροντίζουν μόνοι τους τον εαυτό τους, ενώ δύο στους τρεις ηλικιωμένους θα χρειαστούν φροντίδα και υποστήριξη κάποια στιγμή. Οι γυναίκες, οι άνθρωποι που ζουν μόνοι, όσοι έχουν επιβαρυμένη υγεία, καθώς και άνθρωποι χαμηλότερου κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να χρειαστούν μακροχρόνια φροντίδα.
Η μακροχρόνια φροντίδα μπορεί να παρέχεται σε διαφορετικά μέρη από διαφορετικούς φροντιστές, ανάλογα με τις ανάγκες του καθένα. Συχνά παρέχεται στο σπίτι από μέλη της οικογένειας, φίλους και γείτονες ή από επαγγελματίες φροντιστές και περιλαμβάνει καθημερινές δραστηριότητες όπως μπάνιο, ντύσιμο, φαγητό, λήψη φαρμάκων κ.ά. Υπολογίζεται ότι στην Ευρώπη μόλις το 20% της μακροχρόνιας φροντίδας παρέχεται από επαγγελματίες φροντιστές, ενώ σε χώρες όπου δεν έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα τέτοιου είδους υπηρεσίες το ποσοστό είναι ακόμη μικρότερο.
Σε περιπτώσεις ανάρρωσης από κάποια χειρουργική επέμβαση ή κάποιον τραυματισμό τη φροντίδα αναλαμβάνουν ειδικευμένοι νοσηλευτές ή νοσηλεύτριες: λήψη φαρμάκων, φροντίδα τραυμάτων, χειρισμός ειδικών ιατρικών συσκευών, φυσιοθεραπείες κ.ά. Μία άλλη εναλλακτική είναι η μακροχρόνια φροντίδα σε ειδικές δομές, όπως π.χ. οι οίκοι ευγηρίας, όπου οι παρεχόμενες υπηρεσίες μπορεί να περιλαμβάνουν στέγαση, φαγητό, ιατρική φροντίδα, κοινωνικές δραστηριότητες, άθληση, ψυχαγωγία κ.ά.
Οι γυναίκες φαίνεται ότι κυριαρχούν στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας, καθώς τα δύο τρίτα των μη επαγγελματιών φροντιστών είναι γυναίκες, ενώ στους επαγγελματίες φροντιστές η αναλογία είναι ένας άντρας προς εννέα γυναίκες. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στατιστικά, οι γυναίκες δεν αποτελούν την πλειοψηφία μόνο των φροντιστών, αλλά και αυτών που χρειάζονται φροντίδα, ενώ τις περισσότερες φορές δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν γι’ αυτήν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μακροχρόνια φροντίδα επιβαρύνει ιδιαίτερα αυτούς που την παρέχουν, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Για τους επαγγελματίες φροντιστές μεταφράζεται σε πολλές και ακανόνιστες ώρες εργασίας, χαμηλές αμοιβές, μεγάλη κόπωση. Για τους μη επαγγελματίες, ιδίως όταν παρατείνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα ή όταν πρόκειται για πολύ δύσκολο περιστατικό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ευημερία τους, στη σωματική και ψυχική τους υγεία, καθώς και στην κοινωνικο-οικονομική τους κατάσταση.
Η καλύτερη στιγμή για να σκεφτεί κανείς τη μακροχρόνια φροντίδα είναι… πριν τη χρειαστεί, ώστε να έχει το χρόνο να ενημερωθεί για τις διαθέσιμες επιλογές και το κόστος τους.
Όλοι θα πρέπει να αναλογιστούμε κάποια στιγμή τι θα συμβεί σε περίπτωση που νοσήσουμε από κάποια σοβαρή ασθένεια ή φτάσουμε στο σημείο να μην μπορούμε να φροντίσουμε τον εαυτό μας και να συζητήσουμε με την οικογένεια ή τους στενούς μας φίλους τις πιθανές λύσεις. Ειδικότερα οι άνθρωποι που πάσχουν από Αλτσχάιμερ ή άλλες μορφές άνοιας θα πρέπει να εξετάσουν την πιθανότητα μακροχρόνιας φροντίδας άμεσα.
Οι περισσότεροι προτιμούν να παραμένουν στο σπίτι τους όσο περισσότερο γίνεται, καθώς γερνούν και γίνονται όλο και πιο ανήμποροι, αλλά μπορεί να έλθει κάποια στιγμή που το να ζουν μόνοι δεν είναι πια ούτε βολικό ούτε ασφαλές. Η ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων είναι απαραίτητη, ώστε να παρθούν οι σωστές αποφάσεις για την κάθε περίσταση. Η μακροχρόνια φροντίδα δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να διατηρούν την ποιότητα ζωής τους και να συνεχίζουν να κάνουν πράγματα που είναι σημαντικά γι’ αυτούς παραμένοντας ασφαλείς, διατηρώντας την ανεξαρτησία τους, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους ακόμη και όταν δεν είναι σε θέση να φροντίσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Παρά το ότι τα στοιχεία δείχνουν ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων θα χρειαστεί κάποια στιγμή μακροχρόνια φροντίδα, η ανάπτυξη συστημάτων παροχής υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας παραμένει περιορισμένη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι ανάγκες καλύπτονται κυρίως από συγγενείς, φίλους και γενικά μη επαγγελματίες φροντιστές, καθώς δεν έχουν αναπτυχθεί οι κατάλληλες δομές σε επίπεδο κοινότητας ή χώρας. Κατά μέσο όρο λιγότερο από ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους άνω των 65 ετών που χρειάζεται μακροχρόνια φροντίδα έχει πρόσβαση σε κατ’ οίκον φροντίδα. Σε μερικές χώρες μάλιστα η αναλογία αυτή φτάνει ακόμη και ένας στους είκοσι. Η έλλειψη οργανωμένης παροχής υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας από το κράτος αναγκάζει αυτούς που τη χρειάζονται να καταφεύγουν σε συχνά ακατάλληλες και πανάκριβες ιδιωτικές δομές φροντίδας ή να επαφίενται στη φιλευσπλαχνία των συγγενών τους.
Πάντως είναι θετικό το γεγονός ότι έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα της επένδυσης σε συστήματα υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας, καθώς το 2020 46 από τις 53 χώρες της Ευρώπης είχαν ήδη σχεδιάσει μία εθνική πολιτική για την παροχή μακροχρόνιας φροντίδας στο σπίτι, σε κοινοτικές δομές και σε ιδρύματα, με προεξάρχουσες χώρες του βορρά, όπως η Δανία, η Ολλανδία και η Σουηδία, ενώ οι χώρες της Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης σαφώς υστερούν.
Μπορεί τα συστήματα παροχής μακροχρόνιας φροντίδας να διαφέρουν ως προς τον σχεδιασμό και την ωρίμανση από χώρα σε χώρα, αλλά αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις. Καθώς η Ευρώπη γερνά, η ζήτηση για μακροχρόνια φροντίδα αυξάνεται. Ο αριθμός των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα ήταν 30,8 εκατομμύρια το 2019 και αναμένεται να φτάσει τα 38,1 εκατομμύρια το 2050. Παράλληλα οι τάσεις να γεννιούνται όλο και λιγότερα παιδιά, τα μέλη της οικογένειας να απομακρύνονται και να εισέρχονται όλο και περισσότερες γυναίκες στην αγορά εργασίας υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των παραδοσιακών μοντέλων παροχής μακροχρόνιας φροντίδας από συγγενείς και κυρίως γυναίκες.
Ήδη σήμερα οι ανάγκες πολλών ανθρώπων για μακροχρόνια φροντίδα δεν καλύπτονται λόγω έλλειψης φροντιστών, αλλά και ευαισθητοποίησης, περιορισμένης κάλυψης του κόστους από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και χαμηλής ποιότητας των υπηρεσιών. Η δυσκολία προσέλκυσης και διατήρησης επαγγελματιών φροντιστών λόγω των δύσκολων συνθηκών εργασίας και των χαμηλών αμοιβών αναμένεται να επιδεινωθεί στο μέλλον. Από την πλευρά τους οι μη επαγγελματίες φροντιστές αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες, όπως το να συνδυάζουν την παροχή φροντίδας με την επαγγελματική τους δραστηριότητα, καθώς δεν υπάρχει το κατάλληλο πλαίσιο στήριξης.
Τι προβλέπεται στην EE
Αξίζει να σημειωθεί ότι στον Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων περιλαμβάνεται η Αρχή 18 που υποστηρίζει το δικαίωμα σε υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας χαμηλού κόστους και καλής ποιότητας στο σπίτι ή στην κοινότητα, καθώς και η Αρχή 9 που υποστηρίζει το δικαίωμα των φροντιστών σε άδειες, ευέλικτες συνθήκες εργασίας, πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας, καθώς και το δικαίωμα ανδρών και γυναικών να έχουν ίση πρόσβαση σε ειδικές άδειες προκειμένου να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους ως φροντιστές.
Τον Δεκέμβριο του 2022 υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο η «Σύσταση για προσιτή μακροχρόνια φροντίδα υψηλής ποιότητας», η οποία θεσπίζει ένα πλαίσιο για τη βελτίωση της πρόσβασης σε μακροχρόνια φροντίδα για όλους όσους τη χρειάζονται, εστιάζοντας στο χαμηλό κόστος, την ποιότητα και την ανάπτυξη υπηρεσιών στην κοινότητα και κατ’ οίκον, καθώς και στην υποστήριξη των εργαζόμενων και των φροντιστών. Η Σύσταση καλεί τα κράτη-μέλη να δημιουργήσουν ένα συντονιστικό όργανο για την εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο και να ενημερώνουν για την πρόοδο των εργασιών τους. Παράλληλα το 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή ένα πλαίσιο εποπτείας και τρία είδη δεικτών προκειμένου να αξιολογείται η πρόοδος των κρατών-μελών στη διαμόρφωση συστημάτων παροχής υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας σύμφωνα με τις αρχές της Σύστασης. Στις ενδεικνυόμενες ενέργειες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η δημιουργία στρατηγικών συνεργασιών με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τον ΟΟΣΑ για την καλύτερη αξιολόγηση των εθνικών συστημάτων, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών-μελών, η αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης των φροντιστών, καθώς και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους.
Aνύπαρκτη η μέριμνα στην Ελλάδα
Όσον αφορά τη χώρα μας, η θέση της μακροχρόνιας φροντίδας είναι υποβαθμισμένη και αποσπασματικά ανεπτυγμένη με τη δημόσια δαπάνη στον τομέα αυτό να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ. Δεν έχει κατοχυρωθεί ως καθολικό δικαίωμα του πληθυσμού που θα χρηματοδοτείται από τη γενική φορολογία και δεν υποστηρίζεται επαρκώς από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Ουσιαστικά, υπάρχει ένα μικτό σύστημα υπηρεσιών επαγγελματικής φροντίδας παρεχόμενο από δημόσιες και ιδιωτικές δομές και ένα μεγαλύτερο τμήμα άτυπης φροντίδας παρεχόμενο κυρίως από την οικογένεια. Είναι δύσκολος ο προσδιορισμός της ακριβούς κατάστασης που επικρατεί στη χώρα μας και η σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς τα στοιχεία ως προς τα ποσοστά των παραληπτών της μακροχρόνιας φροντίδας, το ύψος της άτυπης φροντίδας, τον αριθμό και το είδος των φροντιστών, το ύψος της χρηματοδότησης μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και των ασφαλιστικών ταμείων και το ποσοστό της επιβάρυνσης των παραληπτών της μακροχρόνιας φροντίδας μέσω των ιδιωτικών πληρωμών είναι ελλιπή έως ανύπαρκτα.
Το βέβαιο είναι ότι οι δημόσιες δομές και τα κέντρα αποκατάστασης είναι περιορισμένα, με μικρό αριθμό κλινών και χαμηλό επίπεδο παροχών και δεν επαρκούν για την κάλυψη των ασθενέστερων οικονομικά ομάδων. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2015 υπήρχαν μόνο 44 μονάδες κοινωνικής φροντίδας στην Ελλάδα που παρείχαν υπηρεσίες σε περίπου 9.500 ασθενείς, με αρκετά προβλήματα και περιορισμούς στη λειτουργία τους. Χαρακτηριστικό δε είναι ότι μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση όσον αφορά των αριθμό των κλινών ανά 1000 ασθενείς, ηλικίας 65 ετών και άνω, που χρήζουν μακροχρόνιας φροντίδας. Επιπλέον η στελέχωση των μονάδων αυτών είναι ελλιπής, χωρίς μόνιμο προσωπικό.
Τον Ιούλιο του 2024 το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής & Οικογένειας, κατόπιν σχετικής έρευνας που διενήργησε προκειμένου να εντοπίσει τα υπάρχοντα προβλήματα και τις προκλήσεις και συμμορφούμενο με τη Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίoυ συνέταξε το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για τη Μακροχρόνια Φροντίδα». Η παρατιθέμενη στρατηγική δομείται σε τέσσερις άξονες: διευκόλυνση της αυτόνομης διαβίωσης, ανάπτυξη ολοκληρωμένου πλαισίου για την τυπική και άτυπη φροντίδα, επένδυση σε μία προσωποποιημένη και συνεχή ποιοτική μακροχρόνια φροντίδα και ενίσχυση της διακυβέρνησης του τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας. Όσον αφορά την αυτόνομη διαβίωση, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη, στη διαχείριση των χρόνιων παθήσεων, στην ασφαλή φαρμακοληψία, στην ψυχική υγεία, στην εκπαίδευση του ατόμου και της οικογένειάς του, προσαρμογή του χώρου διαβίωσης.
Το πλαίσιο για την τυπική και άτυπη φροντίδα στοχεύει στην αναγνώριση των προσόντων των επαγγελματιών φροντιστών, στη συνεχή επιμόρφωσή τους, στη βελτίωση των απολαβών και των συνθηκών εργασίας τους, ενώ για τους άτυπους φροντιστές εξετάζεται η παροχή διευκολύνσεων, όπως π.χ. η νομική αναγνώριση των μεταναστών που συχνά απασχολούνται ως κατ’ οίκον φροντιστές. Όσον αφορά την επένδυση σε προσωποποιημένη και συνεχή ποιοτική μακροχρόνια φροντίδα, αυτή περιλαμβάνει την αναβάθμιση των υπαρχουσών δομών και υπηρεσιών και τη δημιουργία νέων, καθώς και την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, την προώθηση της αυτονομίας και τη διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας. Τέλος, λόγω της εμπλοκής πολλών διαφορετικών φορέων παρατηρούνται επικαλύψεις, κενά και ασαφείς αρμοδιότητες και γι’ αυτό σχεδιάζεται ένα σαφές και λειτουργικό σύστημα διακυβέρνησης, με έμφαση στην επίτευξη διασύνδεσης και διαλειτουργικότητας μεταξύ των φορέων. Ωραία και καλώς ειπωμένα όλα αυτά, μένει να τα δούμε και… καλώς καμωμένα!




No comment yet, add your voice below!