Skip to content

Οι ασφαλιστικές στρέφονται μαζικά στο private credit – Νέες αποδόσεις, αλλά και νέοι συστημικοί κίνδυνοι

article by

Σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες επενδυτικές αγορές στρέφονται όλο και περισσότερο οι ασφαλιστικές εταιρείες, αναζητώντας καλύτερες αποδόσεις, διαφοροποίηση και μακροπρόθεσμες ταμειακές ροές. Το private credit κερδίζει έδαφος στα χαρτοφυλάκιά τους, ιδιαίτερα στον κλάδο ζωής, την ίδια στιγμή όμως που οι εποπτικές αρχές προειδοποιούν για περιορισμένη διαφάνεια, δύσκολες αποτιμήσεις, συγκέντρωση κινδύνων και νέες διασυνδέσεις που θα μπορούσαν, σε συνθήκες κρίσης, να επηρεάσουν το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το private credit, δηλαδή η απευθείας χρηματοδότηση επιχειρήσεων μέσω δανείων που δεν εκδίδονται ούτε διαπραγματεύονται στις δημόσιες αγορές, έχει εξελιχθεί μέσα σε λίγα χρόνια σε έναν από τους δυναμικότερους τομείς του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αντί μια επιχείρηση να δανειστεί από τράπεζα ή να εκδώσει ομόλογο στο χρηματιστήριο, μπορεί να εξασφαλίσει κεφάλαια απευθείας από έναν θεσμικό επενδυτή ή ένα επενδυτικό κεφάλαιο. Οι όροι του δανείου διαμορφώνονται ιδιωτικά και προσαρμόζονται στις ανάγκες του δανειολήπτη και του χρηματοδότη.

Στην πλευρά των επενδυτών βρίσκονται πλέον ολοένα συχνότερα ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία και μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων.

Η τάση είναι τόσο έντονη, ώστε η Διεθνής Ένωση Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων, IAIS, έχει αναδείξει την αύξηση των επενδύσεων των ασφαλιστών στο private credit σε μία από τις βασικές παγκόσμιες εποπτικές προτεραιότητες.

Γιατί ενδιαφέρει τις ασφαλιστικές

Οι ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιαίτερα εκείνες του κλάδου ζωής, διαχειρίζονται μεγάλα ποσά τα οποία πρέπει να επενδύουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις μελλοντικές υποχρεώσεις τους απέναντι στους ασφαλισμένους.

Τα δάνεια του private credit μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις από πολλά κρατικά ή εταιρικά ομόλογα, καθώς ο επενδυτής αποζημιώνεται και για το γεγονός ότι δεν μπορεί να πουλήσει εύκολα την επένδυσή του σε μια οργανωμένη αγορά.

Αυτή η πρόσθετη απόδοση είναι γνωστή ως «ασφάλιστρο έλλειψης ρευστότητας». Για έναν ασφαλιστή ζωής, ο οποίος έχει μακροχρόνιες και σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμες υποχρεώσεις, η διακράτηση ενός δανείου έως τη λήξη του μπορεί να είναι συμβατή με τη φύση του επιχειρηματικού του μοντέλου.

Η EIOPA επισημαίνει ότι τα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία μπορούν να προσφέρουν διαφοροποίηση, μακροπρόθεσμες ταμειακές ροές και υψηλότερη απόδοση λόγω της μειωμένης ρευστότητάς τους. Παράλληλα, οι ασφαλιστικές και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία αποτελούν φυσικούς μακροπρόθεσμους επενδυτές, καθώς οι υποχρεώσεις τους εκτείνονται συχνά σε βάθος δεκαετιών.

Η ανάπτυξη του private credit ενισχύθηκε επίσης από την αυστηρότερη τραπεζική εποπτεία και από τη δυσκολία ορισμένων επιχειρήσεων —ιδιαίτερα μικρότερων ή περισσότερο δανεισμένων— να αποκτήσουν εύκολη πρόσβαση στον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό ή στις δημόσιες αγορές ομολόγων.

Πάνω από 1 τρις ευρώ σε ιδιωτικές τοποθετήσεις

Η έκθεση των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών ομίλων στα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία δεν είναι πλέον αμελητέα.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η EIOPA τον Ιούλιο του 2026, οι τοποθετήσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου σε private credit και private equity έφτασαν συνολικά τα 1,185 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2025, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 11% του συνολικού ενεργητικού τους.

Ειδικότερα, οι επενδύσεις σε private credit αντιστοιχούσαν περίπου στο 5% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ το private equity στο 6,3%.

Η αναλογία εξακολουθεί να είναι σχετικά περιορισμένη σε επίπεδο συνολικού χαρτοφυλακίου, όμως η κατεύθυνση είναι σαφής. Η κατανομή των ευρωπαϊκών ασφαλιστών στο private credit είχε ήδη αυξηθεί από 3,9% του ενεργητικού στα τέλη του 2016 σε περίπου 5,8% στα μέσα του 2025, σύμφωνα με στοιχεία της EIOPA που επικαλείται η S&P Global Ratings.

Κίνδυνοι

Το private credit δεν αποτελεί από μόνο του μια προβληματική επένδυση. Μπορεί να προσφέρει σταθερές αποδόσεις, καλύτερους συμβατικούς όρους και αποτελεσματική διαφοροποίηση.

Η ανησυχία των εποπτικών αρχών αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο η αγορά αναπτύσσεται, την περιορισμένη πληροφόρηση που είναι διαθέσιμη και την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ ασφαλιστικών, τραπεζών, επενδυτικών κεφαλαίων και διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων.

Σε αντίθεση με ένα εισηγμένο ομόλογο, για το οποίο υπάρχει καθημερινή τιμή στην αγορά, ένα ιδιωτικό δάνειο μπορεί να μην αλλάζει χέρια για χρόνια. Η αποτίμησή του βασίζεται επομένως σε μοντέλα, παραδοχές και εκτιμήσεις για την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη.

Σε περιόδους ομαλής λειτουργίας των αγορών, αυτή η έλλειψη καθημερινής μεταβλητότητας μπορεί να δημιουργεί την εικόνα μιας σταθερής επένδυσης. Σε περίοδο κρίσης, όμως, η πραγματική απώλεια μπορεί να γίνει ορατή απότομα, όταν ο δανειολήπτης δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος ή όταν ο ασφαλιστής χρειάζεται να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο.

Η IAIS καταγράφει τέσσερις βασικές κατηγορίες κινδύνου: τον πιστωτικό κίνδυνο, τη συγκέντρωση τοποθετήσεων, την περιορισμένη ρευστότητα και τις δυσκολίες αποτίμησης.

Η EIOPA προειδοποιεί επίσης ότι, παρότι η συνολική έκθεση των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων παραμένει διαχειρίσιμη, η συνεχιζόμενη ανάπτυξη της αγοράς, οι σύνθετες επενδυτικές δομές και οι πιθανές συγκεντρώσεις απαιτούν στενή παρακολούθηση.

Νέες διασυνδέσεις με τράπεζες και funds

Ένας ακόμη κίνδυνος προκύπτει από τις ολοένα στενότερες σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι τράπεζες μπορεί να χρηματοδοτούν private credit funds, να παρέχουν προσωρινή χρηματοδότηση πριν από τη μεταβίβαση των δανείων ή να μεταφέρουν μέρος του πιστωτικού κινδύνου τους σε μη τραπεζικούς επενδυτές.

Οι ασφαλιστικές, από την άλλη πλευρά, μπορεί να επενδύουν στα ίδια κεφάλαια, να αγοράζουν τα δάνεια ή να συνεργάζονται με μεγάλους διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων. Έτσι δημιουργείται ένα δίκτυο αλληλεξαρτήσεων το οποίο δεν είναι πάντα εύκολο να αποτυπωθεί πλήρως.

Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών προειδοποιεί ότι αδυναμίες στην αγορά του private credit μπορούν να μεταδοθούν πίσω στον ρυθμιζόμενο τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα, καθώς τράπεζες και ασφαλιστές συνδέονται με την αγορά μέσω δανεισμού, χρηματοδότησης, μεταφοράς κινδύνου και επενδύσεων. Επειδή η αγορά έχει πλέον παγκόσμιο χαρακτήρα, οι επιπτώσεις μιας κρίσης θα μπορούσαν να περάσουν γρήγορα από τη μία χώρα στην άλλη.

Ανάλογες ανησυχίες έχουν εκφραστεί και για τους λεγόμενους «κύκλους κινδύνου», όταν δηλαδή ένας κίνδυνος που θεωρητικά μεταφέρεται εκτός τραπεζικού συστήματος επιστρέφει έμμεσα σε αυτό, επειδή οι επενδυτές που τον αναλαμβάνουν χρηματοδοτούνται από άλλες τράπεζες.

Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνει και η αυξανόμενη συμμετοχή μεγάλων ομίλων private equity και asset management στον ασφαλιστικό κλάδο.

Σε ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα, ένας επενδυτικός όμιλος μπορεί να ελέγχει μια ασφαλιστική εταιρεία και ταυτόχρονα να διαχειρίζεται τα κεφάλαιά της ή να κατευθύνει μέρος των επενδύσεών της σε δάνεια και προϊόντα που έχει δημιουργήσει ο ίδιος.

Η δομή αυτή μπορεί να προσφέρει εξειδίκευση και πρόσβαση σε αποδοτικές επενδύσεις, δημιουργεί όμως και ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, την ανεξαρτησία της επενδυτικής πολιτικής και το κατά πόσο οι αποτιμήσεις αντανακλούν την πραγματική οικονομική αξία των περιουσιακών στοιχείων.

Οι διεθνείς εποπτικές αρχές εξετάζουν πλέον όχι μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά και το ποιος διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία, ποιος αξιολογεί τον πιστωτικό κίνδυνο και κατά πόσο υπάρχουν συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων μερών.

Τι σημαίνει για την ελληνική ασφαλιστική αγορά

Οι ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες δεν έχουν την ίδια κλίμακα ή την ίδια έκθεση σε ιδιωτικές πιστώσεις με τους μεγάλους διεθνείς ομίλους. Ωστόσο, η τάση τις αφορά άμεσα. Πρώτον, επειδή πολλές δραστηριοποιούνται ως θυγατρικές ευρωπαϊκών ασφαλιστικών ομίλων και επηρεάζονται από τις ευρύτερες επενδυτικές πολιτικές τους.

Δεύτερον, επειδή η αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων αφορά και την ελληνική αγορά, ιδιαίτερα στα προϊόντα ζωής, στα unit-linked και στη διαχείριση μακροπρόθεσμων ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τρίτον, επειδή η επέκταση των ιδιωτικών αγορών μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, υποδομές, ενεργειακά έργα, ακίνητα και την πράσινη μετάβαση.

Για μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τράπεζες, η συμμετοχή θεσμικών επενδυτών σε προσεκτικά επιλεγμένες ιδιωτικές πιστώσεις θα μπορούσε να προσφέρει μια εναλλακτική πηγή κεφαλαίων.

Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι η ποιότητα των δανείων, η διαφάνεια, η επαρκής κεφαλαιακή κάλυψη και η σωστή αντιστοίχιση των επενδύσεων με τις υποχρεώσεις προς τους ασφαλισμένους.

Απο ευκαιρία σε εποπτιή προτεραιότητα

Το private credit δεν είναι απλώς η νέα επενδυτική μόδα της ασφαλιστικής αγοράς. Αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι επιχειρήσεις και στον ρόλο που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστές μέσα στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι ασφαλιστικές δεν λειτουργούν πλέον μόνο ως αγοραστές κρατικών και εταιρικών ομολόγων. Μετατρέπονται σταδιακά σε άμεσους χρηματοδότες επιχειρήσεων, έργων και επενδυτικών σχημάτων.

Η μετατόπιση αυτή μπορεί να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις και να συμβάλει στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, όμως, μεταφέρει στα χαρτοφυλάκια των ασφαλιστικών κινδύνους οι οποίοι είναι δυσκολότερο να αποτιμηθούν, να συγκριθούν και να ρευστοποιηθούν.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι ασφαλιστικές θα συνεχίσουν να επενδύουν στο private credit. Όλα δείχνουν ότι θα το κάνουν.

Το ερώτημα είναι αν η διαχείριση κινδύνων και η εποπτεία θα μπορέσουν να αναπτυχθούν με την ίδια ταχύτητα με την αγορά — πριν η αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων δημιουργήσει την επόμενη μεγάλη πηγή χρηματοπιστωτικής αστάθειας.

No comment yet, add your voice below!


Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τα πιο δημοφιλή

Διαβάστε επίσης