Καθώς η Ευρώπη γερνά με ταχύτερους ρυθμούς από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του κόσμου, τα συνταξιοδοτικά της συστήματα βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξανόμενα ελλείμματα, πολιτικές αντιστάσεις και οξύτατα δημογραφικά δεδομένα. Από τη Γαλλία και την Ιταλία έως τη Γερμανία και τις σκανδιναβικές χώρες, οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να χρηματοδοτήσουν γενναιόδωρες συντάξεις, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να στηρίξουν την άμυνα, την ενεργειακή μετάβαση και την ανάπτυξη. Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι επιλογές στενεύουν — και το πολιτικό κόστος αυξάνεται.
Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν διεκδίκησε την επανεκλογή του το 2022, έκανε κάτι που ελάχιστοι Γάλλοι πολιτικοί τολμούν: είπε ανοιχτά στους ψηφοφόρους ότι το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης θα έπρεπε να αυξηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του γενναιόδωρου συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας.
Ένα χρόνο αργότερα υλοποίησε αυτή τη δέσμευση, επιβάλλοντας την αύξηση του ορίου ηλικίας από τα 62 στα 64 έτη μέσα από ένα βαθιά διχασμένο κοινοβούλιο και αντιμετωπίζοντας μαζικές πανεθνικές διαδηλώσεις. Τον περασμένο Οκτώβριο, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μεταρρύθμιση προκειμένου να επιβιώσει – κάτι που αποδεικνύει ότι όποιος αγγίξει το συγκεκριμένο ζήτημα κινδυνεύει με πολιτική κατάρρευση. Βεβαίως, το πρόβλημα της χρηματοδότησης των συντάξεων είναι υπαρκτό και τεράστιο – είναι ενδεικτικό ότι μεγάλο μέρος του δημοσιονομικού προβλήματος της Γαλλίας οφείλεται στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Το Γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο εκτίμησε πέρυσι ότι το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος, το οποίο σήμερα ανέρχεται περίπου στα 1,7 δισ. ευρώ, θα μπορούσε να αυξηθεί στα 15 δισ. ευρώ έως το 2035 και να εκτιναχθεί στα 30 δισ. ευρώ έως το 2045, εάν δεν προχωρήσουν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις.
Παρόμοιες, αν και λιγότερο ακραίες, συζητήσεις για το πώς θα χρηματοδοτηθεί το συνταξιοδοτικό βρίσκονται σε εξέλιξη σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς η ήπειρος γερνά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε επίπεδο ΕΕ, το 47% των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας κατευθύνεται στις συντάξεις.
Ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η ιδιωτική ασφάλιση παίζει μεγαλύτερο ρόλο, οι δαπάνες για τη κρατική σύνταξη — το δεύτερο μεγαλύτερο κονδύλι του προϋπολογισμού μετά την υγεία — θα αυξηθούν από σχεδόν 5% του ΑΕΠ σε 7,7% έως τις αρχές της δεκαετίας του 2070. Η Ιταλία έχει το υψηλότερο συνταξιοδοτικό κόστος, με ποσοστό άνω του 15% του ΑΕΠ, ενώ η Γαλλία και η Ελλάδα δαπανούν καθεμία πάνω από 14%. Στη Γερμανία, το ένα τρίτο όλων των ομοσπονδιακών φορολογικών εσόδων θα διατεθεί φέτος για να καλυφθούν τα ελλείμματα του κρατικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
Οι ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο κόστος των συντάξεων από τη δεκαετία του 1990. Οι περισσότερες κατέληξαν να αυξήσουν το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη ή και υψηλότερα.
Οι επιλογές για ουσιαστική μεταρρύθμιση, όπως η ενίσχυση της ιδιωτικής ασφάλισης, η μετάβαση σε κεφαλαιοποιητικά συστήματα τύπου Καναδά ή η μείωση των παροχών, θα απαιτούσαν ένα επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης που ελάχιστοι θεωρούν σήμερα εφικτό.
Οι περισσότεροι πολίτες σε Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία πιστεύουν ότι τα κρατικά συνταξιοδοτικά συστήματα είναι ήδη μη βιώσιμα και ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί περαιτέρω, ωστόσο ταυτόχρονα αντιτίθενται σε όλα τα προφανή μέτρα αντιετώπισης: στην αύξηση του ορίου ηλικίας, στην αύξηση των εισφορών, στη μείωση των συντάξεων ή στην ενίσχυση της μετανάστευσης προκειμένου να αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές.
Επί του παρόντος, στις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, το κράτος παρέχει την κύρια σύνταξη, ανάλογη ως ένα βαθμό των αποδοχών, την οποία χρηματοδοτούν οι εισφορές των εργαζομένων. Τα συστήματα αυτά βασίστηκαν στο μοντέλο που δημιούργησε ο Ότο φον Μπίσμαρκ, ο οποίος εισήγαγε τις εθνικές κρατικές συντάξεις το 1889, με στόχο να αναχαιτίσει την άνοδο του σοσιαλισμού και να ενισχύσει την πίστη προς την αυταρχική γερμανική μοναρχία. «Η ιδέα μου ήταν να κερδίσω την εργατική τάξη — ή, για να είμαι ειλικρινής, να την εξαγοράσω — ώστε να θεωρεί το κράτος έναν κοινωνικό θεσμό που υπάρχει προς όφελός της και φροντίζει για την ευημερία της», είχε δηλώσει αργότερα σε Βρετανό δημοσιογράφο.
Όταν άρχισε να καταβάλλεται, παρείχε έως και το 20% του μέσου μισθού στους βιομηχανικούς εργάτες. Σχεδιάστηκε κυρίως για να αποτρέψει την απόλυτη φτώχεια και όχι για να εξασφαλίσει μια άνετη συνταξιοδότηση. Άλλες χώρες ακολούθησαν σύντομα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ εισήγαγε τις συντάξεις γήρατος το 1909. Το σύστημα αυτό παρείχε συντάξεις ενιαίου ποσού. Σήμερα, η πλήρης κρατική σύνταξη στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του διάμεσου εισοδήματος, ενώ η ιδιωτική ασφάλιση — συνήθως μέσω επαγγελματικών συνταξιοδοτικών σχημάτων — προορίζεται να προσφέρει πρόσθετη ασφάλεια κατά τη συνταξιοδότηση.
Και τα δύο συστήματα λειτουργούν με τη λογική του «pay as you go», δηλαδή οι κρατικές συντάξεις χρηματοδοτούνται από έναν συνδυασμό τρεχουσών εισφορών και γενικής φορολογίας. Τα υψηλά ποσοστά γεννήσεων και η μεταπολεμική οικονομική ανάκαμψη των δεκαετιών του 1950 και του 1960 έκαναν τις κρατικές συντάξεις να γίνουν πολύ πιο γενναιόδωρες σε σχέση με τον αρχικό τους σχεδιασμό. Η Ιταλία συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης στην Ευρώπη, με τις συντάξεις να αντιστοιχούν σε ποσοστό κοντά στο 80% του μέσου εισοδήματος!Τα ποσοστά εισφορών, από εργαζομένους και εργοδότες, είναι αντίστοιχα υψηλά: 33% των αποδοχών στην Ιταλία, 28% στη Γαλλία και 19% στη Γερμανία. Αυτό συγκρίνεται με έναν μέσο όρο άνω του 20% στο Ηνωμένο Βασίλειο — που καταβάλλεται μέσω της εθνικής ασφάλισης — και μόλις 11% στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά τη δεκαετία του 1990, καθώς η πτώση των γεννήσεων επιταχυνόταν και το προσδόκιμο ζωής αυξανόταν ταχύτερα από ό,τι είχε προβλεφθεί, υπουργοί και αξιωματούχοι σε όλη την Ευρώπη άρχισαν να εξετάζουν τρόπους περιορισμού του διογκούμενου κόστους των κρατικών συντάξεων. Ένας τρόπος ήταν να παρατείνεται ο εργασιακός βίος. Το Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, εισήγαγε το 2016 μια νέα βασική κρατική σύνταξη, η οποία απαιτεί 35 έτη εισφορών στην εθνική ασφάλιση, αντί για τα 30 έτη που ίσχυαν προηγουμένως.
Ένας άλλος τρόπος ήταν η αύξηση του ορίου ηλικίας καταβολής της κρατικής σύνταξης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σχεδόν τα δύο τρίτα των 38 χωρών-μελών του έχουν προγραμματίσει αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης έως το 2060. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το μέσο όριο ηλικίας για τη λήψη πλήρους κρατικής σύνταξης αναμένεται να αυξηθεί περίπου στα 67 έτη, από κάτω από 65 έτη σήμερα.
Οι σκανδιναβικές χώρες υπήρξαν οι πιο φιλόδοξες. Στη Δανία, το κανονικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης είναι σήμερα τα 67 έτη, αλλά θα αυξηθεί στα 70 έτη έως το 2040.
Ορισμένες χώρες ενθαρρύνουν τους εργαζομένους να αποταμιεύουν περισσότερο μέσω ιδιωτικών συνταξιοδοτικών σχημάτων, ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση για το κράτος. Η Γερμανία, ήδη από το 2002, θέσπισε κρατικές επιδοτήσεις για τα νοικοκυριά που επενδύουν σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Στα τέλη του 2025, η ιταλική κυβέρνηση νομοθέτησε την αυτόματη ένταξη των εργαζομένων σε συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, εκτός εάν επιλέξουν ρητά να εξαιρεθούν, με στόχο την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής σε πρόσθετα αποταμιευτικά σχήματα από το σημερινό επίπεδο του περίπου ενός τρίτου. Οι εισφορές συνοδεύονται από φορολογικό κίνητρο έως 5.300 ευρώ ετησίως.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει συστήσει στα κράτη-μέλη να υιοθετήσουν πλαίσια αυτόματης εγγραφής, ώστε να καταστούν οι ιδιωτικές συντάξεις πιο ελκυστικές και προσβάσιμες.
Μια πιο ριζική επιλογή θα ήταν η μετάβαση σε ένα κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπου οι πληρωμές προς τους συνταξιούχους χρηματοδοτούνται εν μέρει από αποθεματικά κεφάλαια και όχι αποκλειστικά από τις τρέχουσες εισφορές και τη γενική φορολογία. Ο Καναδάς ακολούθησε αυτή την προσέγγιση τη δεκαετία του 1990, όταν διαπίστωσε ότι το σύστημα «pay as you go» θα καθίστατο γρήγορα μη βιώσιμο καθώς ο πληθυσμός του γερνούσε. Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν τότε αντιδημοφιλής, καθώς συνεπαγόταν μειώσεις παροχών και αυξήσεις εισφορών. Ωστόσο, η ισχυρή ανάπτυξη σημαίνει ότι σήμερα το ταμείο διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία άνω των 777 δισ. καναδικών δολαρίων και έχει αποφέρει καθαρά έσοδα άνω των 500 δισ. καναδικών δολαρίων από την ίδρυσή του.
Παρά ταύτα, η πολιτική βούληση στις ευρωπαϊκές χώρες για τη δημιουργία αντίστοιχων κεφαλαιοποιητικών ταμείων παραμένει περιορισμένη. Δεδομένου ότι οι τρέχουσες συνταξιοδοτικές εισφορές χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση των υφιστάμενων συνταξιούχων, θα απαιτούνταν πρόσθετες εισφορές επί μακρό χρονικό διάστημα για τη δημιουργία ενός αποθεματικού που θα χρηματοδοτεί τις μελλοντικές συντάξεις.
Ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι μια πολύ απλούστερη λύση στο ευρωπαϊκό συνταξιοδοτικό πρόβλημα θα ήταν η αναζωογόνηση της υποτονικής οικονομικής ανάπτυξης της ηπείρου, η οποία τα τελευταία πέντε χρόνια κινείται περίπου στο 1,5% ετησίως, έναντι περίπου 2,5% στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η οικονομία δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά γρήγορα», σημειώνει ο Ρούπερτ Γουότσον, επικεφαλής οικονομολόγος της Mercer σε παγκόσμιο επίπεδο. «Δεν είναι το ύψος των συντάξεων που προκαλεί το πρόβλημα — είναι η έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης».




No comment yet, add your voice below!