Skip to content

Το σύστημα υγείας αντιμέτωπο με τη γήρανση πληθυσμού, την κλιματική κρίση και τα ανθεκτικά μικρόβια

article by

Γράφει η Κατερίνα Πετρίδη

Στο πλαίσιο του 24ου Ηealthworld Conference που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Ηλίας Μόσιαλος, καθηγητής Πολιτικής της Υγείας στο London School of Economics συζήτησε με τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα για το ελληνικό σύστημα υγείας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει.

Πρώτη και ίσως σημαντικότερη είναι η πρόκληση του δημογραφικού στη χώρα μας αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς αυξάνεται το ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού των ανθρώπων άνω των 65 και κατά συνέπεια μεγαλώνει η ζήτηση για υπηρεσίες υγείας. Παράλληλα πληθαίνουν συνεχώς οι περιπτώσεις ανθρώπων με συννοσηρότητες, ανθρώπων δηλαδή που πάσχουν ταυτόχρονα από περισσότερες από μία νόσους. Μάλιστα, όπως δείχνουν σχετικές μελέτες, το 80% αυτών που εμφανίζουν συννοσηρότητες επικεντρώνεται στον εργαζόμενο πληθυσμό και μόνον το 20% στους συνταξιούχους. Δυστυχώς όμως οι υπηρεσίες που παρέχει το υπάρχον σύστημα υγείας είναι σχεδιασμένες για να παρέχονται κυρίως σε άτομα τρίτης ηλικίας και δεν επαρκούν για να διατηρήσουν υγιή έναν πληθυσμό που αναμένεται να ζήσει πλέον μέχρι τα 100.

Μία άλλη μεγάλη πρόκληση για τα συστήματα υγείας είναι η κλιματική κρίση, η οποία επιδεινώνει την κατάσταση ασθενών με αναπνευστικές ή καρδιαγγειακές νόσους και παράλληλα δημιουργεί τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα. Και, όπως τόνισε ο κ. Μόσιαλος, δεν μιλάμε για τους μετανάστες που συρρέουν προς την Ευρώπη, αλλά για εσωτερική μετανάστευση λόγω της κλιματικής κρίσης. Τα επόμενα 20 χρόνια αναμένεται να μετακινηθούν 250 εκατομμύρια Κινέζοι από την περιφέρεια προς τις μεγαλουπόλεις της Κίνας, 300 εκατομμύρια Ινδοί προς τις μεγαλουπόλεις της Ινδίας, 50 εκατομμύρια Νιγηριανοί προς τις μεγάλες πόλεις της Νιγηρίας. Η ραγδαία αυτή αύξηση του πληθυσμού των μεγαλουπόλεων, η οποία δεν συνοδεύεται από τον κατάλληλο πολεοδομικό και υγειονομικό σχεδιασμό, θα δημιουργήσει μία εκρηκτική κατάσταση, μια πραγματική υγειονομική βόμβα, αυξάνοντας κατακόρυφα τις πιθανότητες για εμφάνιση μίας ακόμη πανδημίας.

Μάλιστα ο κ. Μόσιαλος έκανε λόγο για μία «πανδημία εν εξελίξει» αυτή τη στιγμή, αναφερόμενος στο κρίσιμο πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής, όπου δυστυχώς η χώρα μας κατέχει τα πρωτεία σε θανάτους σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αιτία η πολυφαρμακία που επικρατεί, η κυριολεκτική λατρεία του Έλληνα για τα φάρμακα, που τα καταπίνει σαν καραμέλες, με αποτέλεσμα να περιορίζει σημαντικά τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Στην κορυφή της λίστας τα αντιβιοτικά, τα οποία μπορούσε κανείς μέχρι πρόσφατα να τα προμηθεύεται χωρίς ιατρική συνταγή. Ακόμη όμως και σήμερα, που πλέον κάτι τέτοιο δεν ισχύει, υπάρχει υπερσυνταγογράφηση και υπερκατανάλωση. Είναι ενδεικτικό ότι στη διάρκεια των μνημονίων, που περιορίστηκε σημαντικά η φαρμακευτική δαπάνη, η κατανάλωση των αντιβιοτικών δεν μειώθηκε. Είναι απαραίτητη λοιπόν μία συστηματική και εντατική παρέμβαση από την πλευρά της πολιτείας για σωστή ενημέρωση και περιορισμό της κατανάλωσης. Από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι τα υπάρχοντα αντιβιοτικά έχουν καταστεί μη λειτουργικά λόγω της υπερβολικής χρήσης, θα πρέπει να κατασκευαστούν καινούργια από τις φαρμακοβιομηχανίες, τουλάχιστον 10-15 μέσα στην επόμενη εικοσαετία. Για να καταστεί αυτό εφικτό θα πρέπει να δημιουργηθούν συμπράξεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για να επενδύσουν οι φαρμακοβιομηχανίες στην έρευνα και την ανάπτυξη αυτών των νέων αντιβιοτικών. Με άλλα λόγια το κράτος θα αναλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του κόστους της έρευνας και παράλληλα θα αγοράζει επαρκείς ποσότητες των παραγόμενων φαρμάκων, ώστε τα αντιβιοτικά να καταστούν ένα παγκόσμιο αγαθό, όπως συνέβη και με τα εμβόλια κατά του κορωνοϊού. Χωρίς τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών και χωρίς τη συμφωνία για αγορά μεγάλων ποσοτήτων εμβολίων, δεν θα είχε προχωρήσει με τέτοια αστραπιαία ταχύτητα η έρευνα και η κατασκευή των εμβολίων.

Με αφορμή την αναφορά στα παγκόσμια αγαθά όπως είναι τα εμβόλια και ίσως μελλοντικά τα αντιβιοτικά, ο κ. Μόσιαλος επεσήμανε πως για τη σωστή διαχείρισή τους είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός ισχυρού παγκόσμιου διαχειριστικού οργάνου. Σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες, καθώς ήδη έχουν αποχωρήσει από αυτόν χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Αργεντινή, ενώ παράλληλα παρατηρείται μία πολυδιάσπαση παγκόσμιων οργανισμών σχετικών με την υγεία: το Παγκόσμιο Ταμείο που ασχολείται με την ελονοσία, τη φυματίωση και το AIDS, το GAVI που ασχολείται με τα εμβόλια, το Unitaid για την προμήθεια φαρμάκων στις αναπτυσσόμενες χώρες, το CEPI για την παραγωγή νέων εμβολίων, το Πανδημικό Ταμείο της Παγκόσμιας Τράπεζας που χρηματοδοτεί τη θωράκιση των χωρών απέναντι σε ενδεχόμενη επόμενη πανδημία. Άποψη του κ. Μόσιαλου είναι ότι ο ρόλος του Παγκόσμιο Οργανισμού Υγείας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των μεγάλων παγκόσμιων προβλημάτων, όπως η κλιματική κρίση, η παραγωγή εμβολίων και αντιβιοτικών, λειτουργώντας ως «ομπρέλα» για τους υπόλοιπους υφιστάμενους φορείς. Δυστυχώς όμως μέχρι στιγμής όλοι οι παραπάνω οργανισμοί δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν σε μία κοινή γραμμή πλεύσης, παρά το ότι το παγκόσμιο σκηνικό αλλάζει ραγδαία. Ήδη πέρα από τις αποχωρήσεις από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πολλές χώρες, όπως η Νορβηγία, η Ολλανδία, η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία ανακοίνωσαν συρρίκνωση των προγραμμάτων βοήθειας προς τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Για να παραμείνουμε στο παγκόσμιο σκηνικό, δημογραφικό πρόβλημα αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή και η Κίνα, καθώς μετά την εφαρμογή της πολιτικής για απόκτηση μόνον ενός παιδιού από κάθε ζευγάρι Κινέζων, τα επόμενα 30 χρόνια ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί κατά 30% και τα επόμενα 50 χρόνια κατά 50%. Με δεδομένο λοιπόν ότι ο πληθυσμός της Κίνας μειώνεται, αλλά και «γερνάει» οι ανάγκες για υγειονομική περίθαλψη αυξάνονται. Είναι ενδεικτικό ότι το 1995 από το σύνολο των παγκόσμιων δαπανών για την υγεία το 37% αφορούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 26% την Ευρωπαϊκή Ένωση και μόλις το 3% την Κίνα. Σήμερα οι αριθμοί αυτοί είναι 33% για τις ΗΠΑ, 20% για την ΕΕ και 15% για την Κίνα, η οποία αναμένεται να ξεπεράσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε δαπάνες υγείας μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επίσης το 1/3 των νέων φαρμάκων κατασκευάζεται πλέον στην Κίνα, όπου οι διαδικασίες για τις κλινικές δοκιμές υφίστανται πολύ λιγότερους περιορισμούς (π.χ. χρήση ζώων στα πειράματα) σε σύγκριση με την Ευρώπη. Όσο για τις εισαγωγές στα νοσοκομεία ανέρχονται σε 130 εκατομμύρια τον χρόνο, ενώ οι συναλλαγές σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας φτάνουν τα 8 δισεκατομμύρια! Πρόκειται πραγματικά για έναν τεράστιο όγκο διαθέσιμων δεδομένων υγείας, τα οποία η Κίνα προσπαθεί πλέον να τα συστηματοποιήσει και να τα αξιοποιήσει.

Σε μία αντίστοιχη κίνηση προχωρά και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Δεδομένων Υγείας, όπου αν γίνει εφικτό να ενοποιηθούν όλα τα συστήματα δεδομένων και να συμμετάσχουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, θα μπουν δεδομένα 450 εκατομμυρίων ανθρώπων. Όσον αφορά τη χώρα μας, όπως επισήμανε ο κ. Μόσιαλος, παρά το ότι το 98% των Ελλήνων είναι ασφαλισμένο σε ένα ταμείο, τον ΕΟΠΥΥ, γεγονός που διευκολύνει τη συγκέντρωση δεδομένων, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να υλοποιήσουμε τη διασύνδεση της ΗΔΙΚΑ και του ΕΟΠΥΥ με ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια, ώστε να αξιοποιούνται τα διαθέσιμα δεδομένα, όπως επίσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να αποκτήσουν όλα τα νοσοκομεία μία ενιαία «γλώσσα» επικοινωνίας, ώστε αφ’ ενός να ανταλλάσσουν δεδομένα και αφ’ ετέρου να γίνει εφικτός ο περίφημος ηλεκτρονικός φάκελος υγείας, ολοκληρωμένος και όχι να περιλαμβάνει μόνον τα δεδομένα από την πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Το άλλο πρόβλημα είναι ότι δεν διαθέτουμε βιοτράπεζα, μία data base δηλαδή που να περιλαμβάνει τα γενετικά, περιβαλλοντολογικά και συμπεριφορικά δεδομένα των Ελλήνων πολιτών, η οποία θα βοηθούσε σημαντικά στην έρευνα, αλλά και στην εξατομικευμένη ιατρική φροντίδα. Δεδομένα για παράδειγμα όπως βιολογικό υλικό, φαρμακευτικές αγωγές και αντιδράσεις, βάρος σώματος, συνθήκες διαβίωσης, συνήθειες όπως το κάπνισμα κ.λπ. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η τεχνητή νοημοσύνη ήδη επελαύνει και στον τομέα της υγείας. Όσο περισσότερα και καλύτερης ποιότητας δεδομένα υπάρχουν διαθέσιμα για να την τροφοδοτήσουν, τόσο πιο εντυπωσιακά θα είναι τα αποτελέσματα. «Αν καταφέρουμε να συγκεντρώσουμε όλα αυτά τα δεδομένα σε ένα ενιαίο σύστημα, η χώρα μας θα βρεθεί σε πολύ πλεονεκτική θέση. Σε πέντε χρόνια από σήμερα θα είναι ήδη αργά. Πρέπει να έχουμε όραμα για την υγεία. Έχουν γίνει κάποιες μεταρρυθμίσεις στο σύστημα υγείας, έχουν ανακαινιστεί κάποια εξωτερικά ιατρεία, καλά και χρήσιμα όλα αυτά. Αν θέλουμε όμως να περάσουμε σε άλλη πίστα, η βιοτράπεζα είναι απαραίτητη!» κατέληξε ο κ. Μόσιαλος.

No comment yet, add your voice below!


Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τα πιο δημοφιλή

Διαβάστε επίσης